Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cocorico
[gender: masculine]
01
κοκκορίκου, κόκορας
cri du coq
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le coq fait cocorico pour réveiller les poules.
Ο κόκορας κάνει κικιρίκου για να ξυπνήσει τις κότες.
cocorico
01
ζήτω!, ουρά!
cri d'enthousiasme ou de victoire
Παραδείγματα
La foule fait cocorico pendant la fête.
Το πλήθος φωνάζει κοκορίκο κατά τη διάρκεια της γιορτής.



























