Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La clé
01
κλειδί, κλειδί
objet en métal utilisé pour ouvrir ou fermer une serrure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
clés
Παραδείγματα
J'ai perdu mes clés de maison.
Έχασα τα κλειδιά του σπιτιού μου.
02
κλειδί, γαιοκλειδί
outil utilisé pour serrer ou desserrer des écrous et des boulons
Παραδείγματα
J'ai besoin d'une clé pour réparer la voiture.
Χρειάζομαι ένα κλειδί για να επισκευάσω το αυτοκίνητο.
03
κλειδί, μουσικό κλειδί
signe placé au début d'une portée pour indiquer la hauteur des notes
Παραδείγματα
La clé de sol est très utilisée en musique.
Το κλειδί του σολ χρησιμοποιείται ευρέως στη μουσική.
clé
01
κρίσιμος, θεμελιώδης
important ou essentiel pour comprendre ou réussir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus clé
συγκριτικός βαθμός
plus clé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
clé
αρσενικό πληθυντικό
clés
θηλυκό ενικό
clé
θηλυκό πληθυντικό
clés
Παραδείγματα
C'est une décision clé pour l'avenir de l'entreprise.
Αυτή είναι μια κρίσιμη απόφαση για το μέλλον της εταιρείας.



























