la clinique
cli
kli
kli
nique
nɪk
nik
clique

Ορισμός και σημασία του "clinique"στα γαλλικά

01

κλινική, ιατρείο

établissement de santé où l'on soigne des patients, souvent pour des consultations ou des interventions non urgentes 
la clinique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cliniques
Παραδείγματα
Elle va à la clinique pour un contrôle annuel. 

Πηγαίνει στην κλινική για έναν ετήσιο έλεγχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store