le clavier
Pronunciation
/klavje/

Ορισμός και σημασία του "clavier"στα γαλλικά

01

πληκτρολόγιο, πληκτρολόγιο

appareil avec des touches pour taper des caractères
le clavier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
claviers
Παραδείγματα
Elle apprend à taper vite au clavier.
Μαθαίνει να πληκτρολογεί γρήγορα στο πληκτρολόγιο.
02

πληκτρολόγιο, πλήκτρα

ensemble de touches d'un instrument de musique
le clavier definition and meaning
Παραδείγματα
Il a acheté un nouveau clavier électronique.
Αγόρασε ένα νέο ηλεκτρονικό πληκτρολόγιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store