classique
cla
kla
kla
ssique
sɪk
sik
classiques

Ορισμός και σημασία του "classique"στα γαλλικά

01

κλασικός, παραδοσιακός

qui appartient à une tradition ancienne et reconnue 
classique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
classique
αρσενικό πληθυντικό
classiques
θηλυκό ενικό
classique
θηλυκό πληθυντικό
classiques
θεματικό πεδίο
art, culture, tradition
Παραδείγματα
Elle préfère la musique classique. 

Προτιμά τη κλασική μουσική.

02

κλασικός, παραδοσιακός

relatif à la musique ancienne ou au style artistique traditionnel 
classique definition and meaning
Παραδείγματα
Elle joue de la musique classique au piano. 

Παίζει κλασική μουσική στο πιάνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store