Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
classique
01
κλασικός, παραδοσιακός
qui appartient à une tradition ancienne et reconnue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
classique
αρσενικό πληθυντικό
classiques
θηλυκό ενικό
classique
θηλυκό πληθυντικό
classiques
Παραδείγματα
La danse classique demande beaucoup de discipline.
Ο κλασικός χορός απαιτεί πολλή πειθαρχία.
02
κλασικός, παραδοσιακός
relatif à la musique ancienne ou au style artistique traditionnel
Παραδείγματα
Les instruments classiques sont souvent en bois ou en métal.
Τα κλασικά όργανα είναι συχνά κατασκευασμένα από ξύλο ή μέταλλο.



























