Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
classique
01
κλασικός, παραδοσιακός
qui appartient à une tradition ancienne et reconnue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
classique
αρσενικό πληθυντικό
classiques
θηλυκό ενικό
classique
θηλυκό πληθυντικό
classiques
Παραδείγματα
Elle préfère la musique classique.
Προτιμά τη κλασική μουσική.
02
κλασικός, παραδοσιακός
relatif à la musique ancienne ou au style artistique traditionnel
Παραδείγματα
Elle joue de la musique classique au piano.
Παίζει κλασική μουσική στο πιάνο.



























