Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clandestin
01
μυστικός, παράνομος
qui se fait secrètement, de manière cachée ou illégale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus clandestin
συγκριτικός βαθμός
plus clandestin
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
clandestin
αρσενικό πληθυντικό
clandestins
θηλυκό ενικό
clandestine
θηλυκό πληθυντικό
clandestines
Παραδείγματα
Il voyageait de manière clandestine pour éviter les contrôles.
Ταξίδευε κρυφά για να αποφύγει τους ελέγχους.
Le clandestin
01
μυστική πρόσωπο, παράνομη πρόσωπο
personne qui se trouve ou agit de manière secrète ou illégale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clandestins
Παραδείγματα
Le clandestin a traversé la frontière sans autorisation.
Ο παράνομος διέσχισε τα σύνορα χωρίς άδεια.



























