Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La civilisation
[gender: feminine]
01
πολιτισμός, κουλτούρα
ensemble des progrès, arts et techniques d'un peuple ou d'une époque
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
civilisations
Παραδείγματα
La civilisation humaine évolue avec le temps.



























