Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le clairon
01
σάλπιγγα, σάλπιγγα σήματος
instrument de musique à vent, en cuivre, utilisé pour les signaux militaires ou cérémoniels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clairons
Παραδείγματα
Le clairon annonce le début de la parade.
Η σάλπιγγα ανακοινώνει την έναρξη της παρέλασης.
02
τρομπετίστας, συριστής
individu chargé de jouer du clairon, souvent pour des signaux militaires ou des cérémonies officielles
Παραδείγματα
Les clairons jouent un air solennel à chaque parade.
Οι σαλπιγκτές παίζουν μια επίσημη μελωδία σε κάθε παρέλαση.



























