Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La citrouille
01
κολοκύθα, κολοκυθάκι
grosse plante potagère à fruit rond, souvent orange, utilisée en cuisine ou pour décorer (Halloween)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
citrouilles
Παραδείγματα
Les enfants ont décoré la citrouille avec des visages souriants.



























