circuler
Pronunciation
/siʀkyle/

Ορισμός και σημασία του "circuler"στα γαλλικά

circuler
01

κυκλοφορώ, ρέω

se déplacer ou se mouvoir continuellement dans un espace ou un système
circuler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
circule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
circulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
circulerai
ενεστώτα μετοχή
circulant
παθητική μετοχή
circulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
circulions
Παραδείγματα
Le sang circule dans tout le corps.
02

κυκλοφορώ, κινώ

se déplacer ou voyager d'un endroit à un autre
circuler definition and meaning
Παραδείγματα
Il est interdit de circuler à vélo sur ce trottoir.
Απαγορεύεται να κυκλοφορείτε με ποδήλατο σε αυτό το πεζοδρόμιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store