Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circuler
01
κυκλοφορώ, ρέω
se déplacer ou se mouvoir continuellement dans un espace ou un système
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
circule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
circulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
circulerai
ενεστώτα μετοχή
circulant
παθητική μετοχή
circulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
circulions
Παραδείγματα
L'eau circule dans les tuyaux.
02
κυκλοφορώ, κινώ
se déplacer ou voyager d'un endroit à un autre
Παραδείγματα
Les piétons circulent dans la rue piétonne.
Οι πεζοί κυκλοφορούν στο πεζόδρομο.



























