Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le circuit
01
κύκλωμα, περιοδεία
un chemin ou un parcours que l'on suit pour se promener ou visiter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
circuits
Παραδείγματα
Je suis le circuit dans la ville.
Ακολουθώ το κύκλωμα στην πόλη.



























