le circuit
circuit
siʀkɥi
sirküi

Ορισμός και σημασία του "circuit"στα γαλλικά

01

κύκλωμα, περιοδεία

un chemin ou un parcours que l'on suit pour se promener ou visiter 
le circuit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
circuits
Παραδείγματα
Je suis le circuit dans la ville. 

Ακολουθώ το κύκλωμα στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store