Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cinéma
01
κινηματογράφος, αίθουσα κινηματογράφου
lieu où l'on projette des films pour un public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cinémas
Παραδείγματα
Nous allons au cinéma ce soir.
Πάμε στο σινεμά απόψε.



























