chourer
chourer

Ορισμός και σημασία του "chourer"στα γαλλικά

chourer
01

prendre discrètement quelque chose qui appartient à quelqu'un , -

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Quelqu'un m'a chouré mon téléphone dans le métro. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store