Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chicorée
01
ραδίκι, εντίβια
plante dont la racine peut être torréfiée pour faire une boisson ressemblant au café ou utilisée dans les salades ; certaines variétés sont aussi consommées comme légume
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chicorées
Παραδείγματα
La chicorée se consomme souvent en salade.
Η ραδίκι καταναλώνεται συχνά σε σαλάτα.



























