le chat
Pronunciation
/ʃa/

Ορισμός και σημασία του "chat"στα γαλλικά

01

γάτα, οικιακή γάτα

petit animal domestique qui aime chasser les souris et est souvent un compagnon dans les maisons
le chat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chats
Παραδείγματα
Les chats aiment jouer avec des balles.
Οι γάτες τους αρέσει να παίζουν με μπάλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store