Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chargé
01
υπεύθυνος, επικεφαλής
qui a la responsabilité de quelque chose
Παραδείγματα
Ils sont chargés de l' organisation de l' événement.
Υπεύθυνοι για την οργάνωση της εκδήλωσης.
02
φορτισμένος, με φόρτιση
qui contient de l'énergie ou une source d'alimentation, prêt à fonctionner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus chargé
συγκριτικός βαθμός
plus chargé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chargé
αρσενικό πληθυντικό
chargés
θηλυκό ενικό
chargée
θηλυκό πληθυντικό
chargées
Παραδείγματα
La lampe torche est chargée et fonctionne parfaitement.
Το φακός είναι φορτισμένος και λειτουργεί τέλεια.
03
γεμάτος, φορτωμένος
rempli ou contenant beaucoup de choses
Παραδείγματα
La lettre était chargée d' émotions.
Το γράμμα ήταν γεμάτο συναισθήματα.
Le chargé
01
υποδιδακτορικός μερικής απασχόλησης, καθηγητής με ωρομίσθιο
enseignant rémunéré à l'heure ou pour un cours spécifique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chargés
Παραδείγματα
Plusieurs chargés travaillent dans différentes facultés de l' établissement.
Πολλοί φορτισμένοι εργάζονται σε διαφορετικές σχολές του ιδρύματος.



























