Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chargeur
01
φορτιστής, συσκευή φόρτισης
appareil utilisé pour recharger la batterie d'un appareil électronique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chargeurs
Παραδείγματα
J'ai oublié mon chargeur à la maison.
Ξέχασα το φορτιστή μου στο σπίτι.
02
γέμισμα, γέμισμα
dispositif servant à contenir et à alimenter en munitions une arme à feu
Παραδείγματα
Le soldat a rempli le chargeur de son fusil.
Ο στρατιώτης γέμισε τον γεννήτορα του τουφεκιού του.
03
φορτωτής, επαγγελματίας φόρτωσης
personne qui transporte ou déplace des charges lourdes, souvent dans un entrepôt ou un port
Παραδείγματα
Le chargeur transporte des caisses dans l'entrepôt.
Ο φορτωτής μεταφέρει κουτιά στην αποθήκη.



























