Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chapelle
01
χορωδία, εκκλησιαστική χορωδία
groupe de musiciens ou de chanteurs, souvent attaché à un lieu religieux ou à une institution
Παραδείγματα
La chapelle de la cathédrale se produit chaque dimanche.
Η χορωδία του καθεδρικού ναού εμφανίζεται κάθε Κυριακή.
02
παρεκκλήσι, μικρή εκκλησία
petit lieu de culte, souvent à l'intérieur d'une église, d'un château ou d'un établissement religieux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chapelles
Παραδείγματα
La chapelle du château est ouverte aux visiteurs.
Το παρεκκλήσι του κάστρου είναι ανοιχτό για τους επισκέπτες.



























