Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chameau
01
καμήλα, δρομάδα
grand animal avec une ou deux bosses, utilisé pour transporter des charges dans le désert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chameaux
Παραδείγματα
Le chameau traverse le désert avec son maître.
Η καμήλα διασχίζει την έρημο με τον ιδιοκτήτη της.
02
κακός άνθρωπος, δυσάρεστος άνθρωπος
personne méchante ou désagréable
Παραδείγματα
Ne sois pas un chameau avec tes amis.
Μην είσαι chameau με τους φίλους σου.



























