Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
certain
01
σίγουρος, πεπεισμένος
qui n'a aucun doute, qui est sûr de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus certain
συγκριτικός βαθμός
plus certain
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
certain
αρσενικό πληθυντικό
certains
θηλυκό ενικό
certaine
θηλυκό πληθυντικό
certaines
Παραδείγματα
Je suis certain de sa réponse.
Είμαι βέβαιος για την απάντησή του.
02
βέβαιος, αναμφίβολος
dont on est sûr, qui est indiscutable ou inévitable
Παραδείγματα
La victoire est certaine.
Η νίκη είναι βεβαιωμένη.
03
συγκεκριμένος, ορισμένος
qui désigne une chose ou une personne précise, particulière, mais sans la nommer explicitement
Παραδείγματα
Un certain homme m'a aidé hier.
Ένας συγκεκριμένος άνδρας με βοήθησε χθες.
Λεξικό Δέντρο
incertain
certain



























