Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cerf-volant
01
χαρταετός, αετός
objet léger et souvent coloré que l'on fait voler dans le vent grâce à une corde ou un fil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cerfs-volants
Παραδείγματα
Les enfants font voler leur cerf-volant dans le parc.
Τα παιδιά κάνουν να πετάξει το χαρταετό τους στο πάρκο.
02
χαρταετός, δελτοειδές
quadrilatère ayant deux paires de côtés adjacents de même longueur
Παραδείγματα
Cette figure est un cerf-volant géométrique.
Αυτό το σχήμα είναι ένα γεωμετρικό χαρταετός.
03
ελάφια σκαθάρι, λουκανίδης
nom donné à certains coléoptères à grandes cornes, souvent dans des contextes anciens ou régionaux, notamment pour désigner des « sœurs » ou « lucanes »
Παραδείγματα
Le cerf-volant est un coléoptère impressionnant par sa taille et ses cornes.
Ο cerf-volant είναι ένα εντυπωσιακό κολεόπτερο λόγω του μεγέθους και των κεράτων του.



























