Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le centre commercial
01
εμπορικό κέντρο, κέντρο αγορών
bâtiment ou complexe où se trouvent de nombreux magasins, boutiques et services commerciaux accessibles au public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
centres commerciaux
Παραδείγματα
Les clientes visitent le centre commercial pour faire du shopping et se restaurer.
Οι πελάτριες επισκέπτονται το εμπορικό κέντρο για να ψωνίσουν και να φάνε.



























