Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le centre
01
κέντρο, πυρήνας
lieu ou point central d'un espace, d'une ville ou d'une activité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
centres
Παραδείγματα
Le centre-ville est très animé le week-end.
Το κέντρο της πόλης είναι πολύ ζωντανό τα σαββατοκύριακα.
02
κέντρισμα, διασταύρωση
action de passer le ballon depuis les côtés vers le centre du terrain ou vers un coéquipier pour marquer
Παραδείγματα
Le joueur a fait un centre parfait vers l'attaquant.
Ο παίκτης έκανε μια τέλεια πλάγια πάσα προς τον επιθετικό.



























