Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le centre
[gender: masculine]
01
κέντρο, πυρήνας
lieu ou point central d'un espace, d'une ville ou d'une activité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
centres
Παραδείγματα
Le centre de la pièce est décoré d' un grand tapis.
Το κέντρο του δωματίου είναι διακοσμημένο με ένα μεγάλο χαλί.
02
κέντρισμα, διασταύρωση
action de passer le ballon depuis les côtés vers le centre du terrain ou vers un coéquipier pour marquer
Παραδείγματα
Le gardien a arrêté le centre dangereux.
Ο τερματοφύλακας σταμάτησε την επικίνδυνη πλάγια πάσα.



























