Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La censure
01
λογοκρισία, έλεγχος πληροφοριών
contrôle exercé par une autorité qui interdit ou modifie certains textes, paroles, images ou informations avant leur diffusion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La censure limite la liberté d'expression des citoyens.
Η λογοκρισία περιορίζει την ελευθερία έκφρασης των πολιτών.
02
λογοκρισία, αυστηρή κριτική
action de critiquer sévèrement ou de juger négativement une personne , une œuvre ou un comportement
Παραδείγματα
Son attitude a attiré la censure de ses collègues.
Η στάση του προκάλεσε την κριτική των συναδέλφων του.
03
απαγόρευση, λογοκρισία
interdiction officielle de diffuser ou de publier une œuvre, un texte ou une information
Παραδείγματα
La censure de ce film a suscité beaucoup de débats.
Η λογοκρισία αυτής της ταινίας προκάλεσε πολλές συζητήσεις.



























