Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cellule
01
κύτταρο, κύτταρο
plus petite unité vivante du corps des êtres vivants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cellules
Παραδείγματα
Le corps humain est composé de milliards de cellules.
Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από δισεκατομμύρια κύτταρα.
02
κελί, φυλακή
petite pièce d'une prison où l'on enferme un ou plusieurs détenus
Παραδείγματα
Le prisonnier est resté seul dans sa cellule pendant des jours.
Ο κρατούμενος παρέμεινε μόνος στο κελί του για μέρες.
03
κύτταρο, μονάδα
petit groupe de personnes appartenant à une organisation, à un parti ou à une famille
Παραδείγματα
Cette entreprise est organisée en plusieurs cellules de travail.
Αυτή η εταιρεία είναι οργανωμένη σε πολλά κύτταρα εργασίας.



























