Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cellier
01
αποθήκη τροφίμων, κρύπτη
pièce ou local où l'on conserve les provisions, souvent des boissons ou de la nourriture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
celliers
Παραδείγματα
Le cellier est frais et sombre, parfait pour conserver les aliments.
Το κελάρι είναι δροσερό και σκοτεινό, ιδανικό για τη διατήρηση των τροφίμων.



























