Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catégorique
01
κατηγορηματικός, αποφασιστικός
exprimant une affirmation ou un refus sans aucune hésitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus catégorique
συγκριτικός βαθμός
plus catégorique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
catégorique
αρσενικό πληθυντικό
catégoriques
θηλυκό ενικό
catégorique
θηλυκό πληθυντικό
catégoriques
Παραδείγματα
Je suis catégorique, il faut agir maintenant.
Είμαι κατηγορηματικός, πρέπει να δράσουμε τώρα.



























