Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catégorique
01
κατηγορηματικός, αποφασιστικός
exprimant une affirmation ou un refus sans aucune hésitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus catégorique
συγκριτικός βαθμός
plus catégorique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
catégorique
αρσενικό πληθυντικό
catégoriques
θηλυκό ενικό
catégorique
θηλυκό πληθυντικό
catégoriques
Παραδείγματα
Il a donné une réponse catégorique à la question.
Έδωσε μια κατηγορηματική απάντηση στην ερώτηση.



























