catégorique
Pronunciation
/kateɡɔʁˈik/

Ορισμός και σημασία του "catégorique"στα γαλλικά

catégorique
01

κατηγορηματικός, αποφασιστικός

exprimant une affirmation ou un refus sans aucune hésitation
catégorique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus catégorique
συγκριτικός βαθμός
plus catégorique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
catégorique
αρσενικό πληθυντικό
catégoriques
θηλυκό ενικό
catégorique
θηλυκό πληθυντικό
catégoriques
Παραδείγματα
Je suis catégorique, il faut agir maintenant.
Είμαι κατηγορηματικός, πρέπει να δράσουμε τώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store