Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catholique
01
καθολικός, καθολική
qui appartient ou se rapporte à l'Église catholique romaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
catholique
αρσενικό πληθυντικό
catholiques
θηλυκό ενικό
catholique
θηλυκό πληθυντικό
catholiques
θεματικό πεδίο
religion, affiliation
Παραδείγματα
La messe catholique a lieu à 10 heures.
Η καθολική λειτουργία γίνεται στις 10.
Le catholique
01
adepte de la religion catholique romaine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
catholiques
αρσενικό ενικό
catholique
θηλυκό ενικό
catholique
Παραδείγματα
Un catholique pratiquant va à la messe chaque dimanche.
LanGeek



























