catholique
Pronunciation
/katɔlik/

Ορισμός και σημασία του "catholique"στα γαλλικά

catholique
01

καθολικός, καθολική

qui appartient ou se rapporte à l'Église catholique romaine
catholique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
catholique
αρσενικό πληθυντικό
catholiques
θηλυκό ενικό
catholique
θηλυκό πληθυντικό
catholiques
Παραδείγματα
L' art catholique médiéval est magnifique.
Η μεσαιωνική καθολική τέχνη είναι υπέροχη.
Le catholique
[gender: masculine]
01

καθολικός, καθολική

adepte de la religion catholique romaine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
catholiques
Παραδείγματα
Le pape est le chef spirituel des catholiques.
Ο πάπας είναι ο πνευματικός ηγέτης των Καθολικών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store