Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le carton
[gender: masculine]
01
χαρτόνι, καρτόν
feuille ou boîte faite de papier épais et rigide
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cartons
Παραδείγματα
Ils ont construit un meuble en carton écologique.
Έχτισαν ένα έπιπλο από οικολογικό χαρτόνι.
02
κάρτα, κίτρινη κάρτα
petit carton coloré utilisé par l'arbitre pour sanctionner un joueur durant un match
Παραδείγματα
Le carton est un moyen de contrôler le jeu.
Η κάρτα είναι ένας τρόπος για να ελέγξεις το παιχνίδι.



























