Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La carte
01
μενού, λίστα πιάτων
liste des plats et boissons proposés dans un restaurant
Παραδείγματα
Le serveur nous a donné la carte.
Ο σερβιτόρος μας έδωσε το μενού.
02
κάρτα, τραπουλόχαρτο
feuille de carton utilisée pour jouer à des jeux de société
Παραδείγματα
Il a tiré une carte chanceuse.
Τράβηξε μια τυχερή κάρτα.
03
χάρτης, σχέδιο
représentation graphique d'une région ou d'un territoire
Παραδείγματα
J'utilise une carte pour trouver mon chemin.
Χρησιμοποιώ έναν χάρτη για να βρω το δρόμο μου.
04
κάρτα, τραπουλόχαρτο
petit morceau de papier ou de plastique utilisé pour diverses fonctions (paiement, identification, jeu)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cartes
Παραδείγματα
J'ai perdu ma carte bancaire.
Έχασα την τραπεζική μου κάρτα.
Λεξικό Δέντρο
multicarte
carte



























