le carburant
Pronunciation
/kaʀbyʀɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "carburant"στα γαλλικά

01

καύσιμο, βενζίνη

matière utilisée pour faire fonctionner un moteur
le carburant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Nous devons faire le plein de carburant.
Πρέπει να γεμίσουμε καύσιμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store