la capuche
ca
ka
ka
puche
pʏʃ
push

Ορισμός και σημασία του "capuche"στα γαλλικά

01

κουκούλα, καπότα

partie d'un vêtement couvrant la tête, souvent attachée à un manteau, un sweat ou un imperméable 
la capuche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capuches
Παραδείγματα
La capuche de son manteau protège de la pluie. 

Η κουκούλα του παλτό της προστατεύει από τη βροχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store