Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capuche
01
κουκούλα, καπότα
partie d'un vêtement couvrant la tête, souvent attachée à un manteau, un sweat ou un imperméable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capuches
Παραδείγματα
La capuche de son manteau protège de la pluie.
Η κουκούλα του παλτό της προστατεύει από τη βροχή.
LanGeek



























