la capuche
Pronunciation
/kapyʃ/

Ορισμός και σημασία του "capuche"στα γαλλικά

01

κουκούλα, καπότα

partie d'un vêtement couvrant la tête, souvent attachée à un manteau, un sweat ou un imperméable
la capuche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capuches
Παραδείγματα
Elle a retiré sa capuche en entrant dans la maison.
Έβγαλε την κουκούλα της μπαίνοντας στο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store