captiver
Pronunciation
/kaptivˈe/

Ορισμός και σημασία του "captiver"στα γαλλικά

captiver
01

γοητεύω, συναρπάζω

attirer fortement l'attention ou l'intérêt de quelqu'un
captiver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
captive
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
captivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
captiverai
ενεστώτα μετοχή
captivant
παθητική μετοχή
captivé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
captivions
Παραδείγματα
La performance de l' actrice a captivé la critique.
Η απόδοση της ηθοποιού γοήτευσε τους κριτικούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store