Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La canine
01
κυνόδοντας, σκυλίσιο δόντι
dent pointue située entre les incisives et les prémolaires, utilisée pour déchirer les aliments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
canines
Παραδείγματα
Les canines poussent après les incisives chez l' enfant.
Οι κυνόδοντες φύονται μετά τους κοπτήρες στα παιδιά.



























