Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cancaner
01
κουτσομπολεύω, κακολογώ
parler beaucoup et souvent de façon indiscrète ou frivole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cancane
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cancanons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cancanerai
παθητική μετοχή
cancané
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cancanions
Παραδείγματα
Les femmes du quartier cancanent sur les voisins.
Οι γυναίκες της γειτονιάς κουτσομπολεύουν για τους γείτονες.
02
κακάρισμα, κραυγάζω
jacasser , cri de l'oie
Παραδείγματα
Les oies cancanent près de l'étang.
Οι χήνες κακάρισμα κοντά στη λίμνη.



























