cancaner
cancaner
kɑ̃kane
kaakane
canonner

Ορισμός και σημασία του "cancaner"στα γαλλικά

cancaner
01

κουτσομπολεύω, κακολογώ

parler beaucoup et souvent de façon indiscrète ou frivole 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cancane
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cancanons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cancanerai
παθητική μετοχή
cancané
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cancanions
Παραδείγματα
Les femmes du quartier cancanent sur les voisins. 

Οι γυναίκες της γειτονιάς κουτσομπολεύουν για τους γείτονες.

02

κακάρισμα, κραυγάζω

jacasser , cri de l'oie 
Παραδείγματα
Les oies cancanent près de l'étang. 

Οι χήνες κακάρισμα κοντά στη λίμνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store