Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La canalisation
01
σωλήνας, αγωγός
tuyau ou ensemble de tuyaux servant à transporter des fluides (eau, gaz, huile, etc. ) dans un bâtiment, une ville ou une installation industrielle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
canalisations
Παραδείγματα
La canalisation d'eau est en cuivre.
Ο σωλήνας νερού είναι από χαλκό.



























