camoufler
ca
ka
ka
mouf
muf
moof
ler
le
le
balbutierdésespéréparalyserobscurité

Ορισμός και σημασία του "camoufler"στα γαλλικά

camoufler
01

καμουφλάρω, κρύβω

rendre quelque chose difficile à voir ou à remarquer 
camoufler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
camoufle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
camouflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
camouflerai
παθητική μετοχή
camouflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
camouflions
Παραδείγματα
Le soldat se camoufle dans les buissons pour ne pas être vu. 

Ο στρατιώτης καμουφλάρεται στους θάμνους για να μην τον δουν.

02

καμουφλάρω, κρύβω

rendre moins visible ou moins évident un défaut, une émotion, ou une situation 
camoufler definition and meaning
Παραδείγματα
Il camoufle sa peur derrière un sourire. 

Καμουφλάρει τον φόβο του πίσω από ένα χαμόγελο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store