camoufler
Pronunciation
/kamuflˈe/

Ορισμός και σημασία του "camoufler"στα γαλλικά

camoufler
01

καμουφλάρω, κρύβω

rendre quelque chose difficile à voir ou à remarquer
camoufler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
camoufle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
camouflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
camouflerai
παθητική μετοχή
camouflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
camouflions
Παραδείγματα
Les objets se camouflent dans le coffre - fort.
Τα αντικείμενα καμουφλάρονται στο χρηματοκιβώτιο.
02

καμουφλάρω, κρύβω

rendre moins visible ou moins évident un défaut, une émotion, ou une situation
camoufler definition and meaning
Παραδείγματα
Il camoufle sa fatigue avec de l' enthousiasme.
Καμουφλάρει την κούρασή του με ενθουσιασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store