Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
camoufler
01
καμουφλάρω, κρύβω
rendre quelque chose difficile à voir ou à remarquer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
camoufle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
camouflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
camouflerai
παθητική μετοχή
camouflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
camouflions
Παραδείγματα
Les objets se camouflent dans le coffre - fort.
Τα αντικείμενα καμουφλάρονται στο χρηματοκιβώτιο.
02
καμουφλάρω, κρύβω
rendre moins visible ou moins évident un défaut, une émotion, ou une situation
Παραδείγματα
Il camoufle sa fatigue avec de l' enthousiasme.
Καμουφλάρει την κούρασή του με ενθουσιασμό.



























