le calcul
cal
kal
kal
cul
kyl
kyl
samuëlcrapulejulescellule

Ορισμός και σημασία του "calcul"στα γαλλικά

01

υπολογισμός, λογαριασμός

opération mathématique visant à obtenir un résultat numérique 
le calcul definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
calculs
Παραδείγματα
Le calcul mental est une compétence utile. 

Ο υπολογισμός στο μυαλό είναι μια χρήσιμη ικανότητα.

02

λίθος, υπολογισμός

concrétion minérale qui se forme dans les voies urinaires ou biliaires 
le calcul definition and meaning
Παραδείγματα
Le patient souffre d'un calcul rénal . 

Ο ασθενής υποφέρει από λίθο στα νεφρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store