Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le calcul
[gender: masculine]
01
υπολογισμός, λογαριασμός
opération mathématique visant à obtenir un résultat numérique
Παραδείγματα
Le calcul du pourcentage est expliqué dans le manuel.
Ο υπολογισμός του ποσοστού εξηγείται στο εγχειρίδιο.
02
λίθος, υπολογισμός
concrétion minérale qui se forme dans les voies urinaires ou biliaires
Παραδείγματα
Boire beaucoup d' eau aide à prévenir les calculs.
Η κατανάλωση πολλών νερών βοηθά στην πρόληψη των λίθων.



























