Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La calamité
01
événement causant de grands dommages ou de grandes souffrances, -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les inondations ont provoqué une grave calamité.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
événement causant de grands dommages ou de grandes souffrances, -