Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La calculatrice
01
appareil servant à effectuer des calculs mathématiques , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les élèves peuvent utiliser une calculatrice pendant l'examen.



























