Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cage
01
κλουβί, κλουβάκι
structure fermée faite de barreaux pour enfermer un animal ou un objet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cages
Παραδείγματα
Le perroquet est dans sa cage.
Ο παπαγάλος είναι στο κλουβί του.
02
τέρμα, πλαίσιο τέρματος
structure qui délimite le but dans des sports comme le football ou le handball
Παραδείγματα
Le ballon a touché la cage avant de sortir.
Η μπάλα άγγιξε το κλουβί πριν βγει.
03
διαμέρισμα, περίβλημα
espace fermé ou compartiment qui contient ou protège quelque chose
Παραδείγματα
La batterie est placée dans une cage métallique.
Η μπαταρία τοποθετείται σε ένα μεταλλικό κλουβί.



























