la cafetière
cafetière
kafɛt͡sjɛʁ
kafetsyer

Ορισμός και σημασία του "cafetière"στα γαλλικά

01

καφετιέρα, μηχανή καφέ

appareil utilisé pour préparer du café 
la cafetière definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cafetières
Παραδείγματα
La cafetière est pleine de café. 

Η καφετιέρα είναι γεμάτη καφέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store