Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les cache-oreilles
01
προστατευτικά αυτιών, θερμαινόμενα αυτιά
accessoire qui couvre les oreilles pour les protéger du froid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cache-oreilles
Παραδείγματα
J' aime porter des cache-oreilles avec mon bonnet.
Μου αρέσει να φοράω προστατευτικά αυτιών με το καπέλο μου.
02
προστατευτικά αυτιών, ωτασπίδες
dispositif porté pour protéger les oreilles des bruits forts ou des projections dans certaines activités professionnelles ou sportives
Παραδείγματα
Les cache-oreilles réduisent le risque de dommages auditifs.
Προστατευτικά αυτιών μειώνουν τον κίνδυνο βλάβης της ακοής.



























