Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cabane
01
καλύβα, παράγκα
petite construction simple, souvent en bois, servant d'abri, de logement provisoire ou de lieu de rangement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cabanes
Παραδείγματα
Une cabane isolée se dresse au milieu de la forêt.
Μια καλύβα στέκεται μοναχικά στη μέση του δάσους.



























