Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cabane
01
καλύβα, παράγκα
petite construction simple, souvent en bois, servant d'abri, de logement provisoire ou de lieu de rangement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cabanes
Παραδείγματα
Les enfants ont construit une cabane dans le jardin.
Τα παιδιά έχτισαν μια καλύβα στον κήπο.



























