Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La béquille
01
πατερίτσα, μασχάλη
appui utilisé sous le bras pour aider à marcher quand on a une blessure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
béquilles
Παραδείγματα
Elle utilise une béquille après son opération.
Χρησιμοποιεί μια πατερίτσα μετά την εγχείρισή της.



























