bénévole
b
be
be
éné
ne
vole
vɔl
vawl

Ορισμός και σημασία του "bénévole"στα γαλλικά

bénévole
01

εθελοντικός, αμισθί

qui est fait sans obligation ni paiement 
bénévole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bénévole
αρσενικό πληθυντικό
bénévoles
θηλυκό ενικό
bénévole
θηλυκό πληθυντικό
bénévoles
Παραδείγματα
Elle fait un travail bénévole. 

Κάνει εθελοντική εργασία.

01

εθελοντής, εθελόντρια

personne qui travaille sans être payée 
le bénévole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bénévoles
Παραδείγματα
Elle est bénévole dans une association. 

Είναι εθελόντρια σε μια ένωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store