bénéficier
b
be
be
éné
ne
ne
fic
fis
fis
ier
je
ye

Ορισμός και σημασία του "bénéficier"στα γαλλικά

bénéficier
01

επωφελούμαι από, απολαμβάνω

avoir un avantage ou une aide que l'on reçoit 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bénéficie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bénéficions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bénéficierai
ενεστώτα μετοχή
bénéficiant
παθητική μετοχή
bénéficié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bénéficiions
Παραδείγματα
Il bénéficie d'une bonne assurance santé. 

Ευεργετείται από μια καλή ασφάλεια υγείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store