Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bénéficier
01
επωφελούμαι από, απολαμβάνω
avoir un avantage ou une aide que l'on reçoit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bénéficie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bénéficions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bénéficierai
ενεστώτα μετοχή
bénéficiant
παθητική μετοχή
bénéficié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bénéficiions
Παραδείγματα
Les étudiants bénéficient d' un accès gratuit à la bibliothèque.
Οι φοιτητές ωφελούνται από δωρεάν πρόσβαση στη βιβλιοθήκη.



























