le bénéfice
b
be
be
éné
ne
ne
fice
fɪs
fis

Ορισμός και σημασία του "bénéfice"στα γαλλικά

01

κέρδος, όφελος

gain financier obtenu après déduction des coûts ou avantage tiré d'une situation 
le bénéfice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bénéfices
Παραδείγματα
L'entreprise a réalisé un bénéfice record cette année. 

Η εταιρεία πέτυχε ρεκόρ κέρδους φέτος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store