Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bénéfice
01
κέρδος, όφελος
gain financier obtenu après déduction des coûts ou avantage tiré d'une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bénéfices
Παραδείγματα
Le bénéfice net a augmenté de 15 % ce trimestre.
Το καθαρό κέρδος αυξήθηκε κατά 15% αυτό το τρίμηνο.



























