le bénéfice
Pronunciation
/benefis/

Ορισμός και σημασία του "bénéfice"στα γαλλικά

01

κέρδος, όφελος

gain financier obtenu après déduction des coûts ou avantage tiré d'une situation
le bénéfice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bénéfices
Παραδείγματα
Le bénéfice net a augmenté de 15 % ce trimestre.
Το καθαρό κέρδος αυξήθηκε κατά 15% αυτό το τρίμηνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store