le bégaiement
Pronunciation
/begɛmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "bégaiement"στα γαλλικά

Le bégaiement
01

τραύλισμα, τραυλίζω

difficulté à parler de manière fluide, avec répétitions ou hésitations
le bégaiement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le bégaiement peut provoquer de la timidité chez certains enfants.
Η τραυλίζωση μπορεί να προκαλέσει ντροπαλότητα σε ορισμένα παιδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store