Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bégaiement
01
τραύλισμα, τραυλίζω
difficulté à parler de manière fluide, avec répétitions ou hésitations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le bégaiement peut provoquer de la timidité chez certains enfants.
Η τραυλίζωση μπορεί να προκαλέσει ντροπαλότητα σε ορισμένα παιδιά.



























