le gaiement
be
μπε
gaie
γκε
ment
μã

Ορισμός και σημασία του "bégaiement"στα γαλλικά

Le bégaiement
01

τραύλισμα, τραυλίζω

difficulté à parler de manière fluide, avec répétitions ou hésitations 
le bégaiement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le bégaiement de l'enfant s'améliore avec le temps. 

Ο τραυλός του παιδιού βελτιώνεται με το χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store